20.2.07

Η Βάρδια


Με αφορμή το μείζον θέμα που παίζει εσχάτως στις τηλεοράσεις, μου ήρθαν στο μυαλό λόγια από ένα μυθιστόρημα, ποίημα και αναμνήσεις συγχρόνως, όπως έγραψε σχετικά σχολιάζοντας ο Michel Saunier. Λόγια από τη «Βάρδια», του Νίκου Καββαδία

«…Λοιπόν, η μάνα μου είχε ένα μπάρμπα καπετάνιο. Λεβέντης, πλούσιος, με τέσσερα πλεούμενα. Σαραντάρης, παντρεύτηκε τη Ζαφειριώ. Δεκαοχτάρα, ορφανή, αρχοντοξεπεσμένη. Όμορφη. Έφερε μαστόρους από την Πάτρα κι έκαμε το πατρικό του, παλάτι. Μαόνι και κρύσταλλο. Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί της κι έπειτα μπαρκάρησε με το καλύτερο του καΐκι που το 'χε γράψει και βαφτίσει στ' όνομα της. Πήγαινε κι ερχόταν. Ένα χάραμα σαλπάρησε για τη Σαβόνα. Τα μεσάνυχτα, έβαλε κλειδί στην πόρτα του και τη βρήκε καβάλα μ'έναν Καλαματιανό που λάδωνε τα μαλλιά του, τα κατσάρωνε σαν πούστης και γύριζε την Κεφαλλονιά πουλώντας τσίτια και τσατσάρες. Ο λεγάμενος έκανε να πηδήσει από το παράθυρο ξεβράκωτος, μα τον έσυρε από τα μαλλιά πίσω. Η Ζαφειριώ, αλαλιασμένη, έκρυβε το μούτρο με τις παλάμες. Τότες ο μπάρμπας μου έστρωσε τραπέζι για τρεις, άναψε τα καντηλέρια και τις λάμπες, άνοιξε μια μποτίλια πομάρ, χαβιάρι και χοιρομέρι και τους έβαλε με το ζόρι στο τραπέζί.
— «Φάτε», τους είπε, «έχετε ανάγκη από δύναμη».
Η ψυχοπαίδα τους με το νυχτικό φάνηκε στην πόρτα.
— «Σύρε, μωρή σκρόφα, κοιμήσου και τσιμουδιά, γιατί θα σου κόψω τον κώλο».
Καθώς κερνούσε, χύθηκε το κρασί και χρωμάτισε το ρούσικο λινό τραπεζομάντηλο. Με το βρεμένο του χέρι τους άλειψε το κούτελο.
— «Γούρι».
— «Κωνσταντή, σκότωσέ με καλύτερα τώρα, μα μη με βασανίζεις. Πέταξέ με στο δρόμο, βγάλε ντελάλη να το φωνάξεις, όμως άσε με να ντυθώ».
Μόλις ξημέρωσε έδιωξε με μια κλωτσιά τον Καλαματιανό, αφού πρώτα του 'κοψε τα δυο μπατζάκια του πανταλονιού, ήπιε καφέ και πήγε στον καφενέ, που 'χε ναργιλέ δικό του. Τη νύχτα κοιμήθηκε μαζί της και την άλλη το ίδιο. Ένα μήνα την πήδαγε και μόλις χάραζε, ξεκίναγε για τα χτήματα.
— «Κωνσταντή», του 'πε η Ζαφειριώ ένα μεσημέρι, «ξεχνάς κάτι λεφτά κάτου από το προσκέφαλο καθημερινά».
— «Δεν τα ξεχνάω, της αποκρίθηκε. Πληρώνω πάντα τις πουτάνες που κοιμάμαι μαζι τους».
Ένα μεσημέρι η θεία μου πέταξε το αίμα πάνου στο τραπέζι την ώρα που τρώγανε και πέθανε λίγες μέρες κατόπι. Ο καπετάνιος δεν άφησε κανένα να μπει στο σπίτι. Τη στόλισε μόνος του και τα μεσάνυχτα – το πρωί θα τη βγάζανε – σήκωσε τα φουστάνια της (το 'πε έπειτα από καιρό η δουλίτσα που παραμόνευε), και την έφτυσε στα σκέλια μουρμουρίζοντας «φτου σου, σκρόφα». Τον έφτασα θεόστραβο, εκατοχρονίτη, να κάθεται σ' ένα σκαμνί, όξου από το σπίτι του, αντίκρυ στη θάλασσα. Αυτές είναι οι γυναίκες...»

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

α, ρε, Σπύρε...
Ελένη Μ.

Maria Xaralabous είπε...

toso palio keimeno, ma toso epikairo. ta eipe ola

Ανώνυμος είπε...

Αυτές είναι οι γυναίκες...
Σ.Ε.